woven
wo
ˈwoʊ
vow
ven
vən
vēn
/wˈə‍ʊvən/

Ορισμός και σημασία του "woven"στα αγγλικά

01

υφασμένος, πλεγμένος

made or constructed by interlacing threads or strips of material or other elements into a whole
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most woven
συγκριτικός βαθμός
more woven
διαβαθμίσιμο

Λεξικό Δέντρο

unwoven
woven
weave
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store