wound up
wound
waʊnd
vawnd
up
ʌp
ap

Ορισμός και σημασία του "wound up"στα αγγλικά

01

τεντωμένος, νευρικός

tense, anxious, or agitated due to stress or nervousness 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most wound up
συγκριτικός βαθμός
more wound up
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She was so wound up before the presentation that she couldn’t eat breakfast. 

Ήταν τόσο νευρική πριν από την παρουσίαση που δεν μπορούσε να φάει πρωινό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store