wormhole
worm
wɜrm
ουερρμ
hole
hoʊl
χουλ
/wˈɜːmhə‍ʊl/

Ορισμός και σημασία του "wormhole"στα αγγλικά

01

σκουληκότρυπα, γεφύρα χωροχρόνου

a hypothetical structure that connects regions of space-time that are far apart
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wormholes
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store