Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Wormhole
01
σκουληκότρυπα, γεφύρα χωροχρόνου
a hypothetical structure that connects regions of space-time that are far apart
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wormholes



























