workwear
Pronunciation
/ˈwɜrkwɛr/

Ορισμός και σημασία του "workwear"στα αγγλικά

01

εργατική ενδυμασία, ρούχα εργασίας

clothing designed for practical use in a work environment, often durable and suited to specific tasks or industries
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The new workwear collection focuses on comfort and flexibility for professionals.
Η νέα συλλογή εργατικών ρούχων επικεντρώνεται στην άνεση και την ευελιξία για τους επαγγελματίες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store