Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to work through
01
δουλεύω για να λύσω, εξετάζω προσεκτικά
to carefully examine a problem or situation in order to reach a solution
Transitive: to work through a problem or situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
through
βασικό ρήμα
work
ενεστώτας
work through
γ΄ ενικό πρόσωπο
works through
ενεστώτα μετοχή
working through
απλός αόριστος
worked through
παθητική μετοχή
worked through
Παραδείγματα
We have to work through these issues before we can move forward with the project.
Πρέπει να ασχοληθούμε με αυτά τα ζητήματα πριν μπορέσουμε να προχωρήσουμε με το έργο.



























