Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to work through
01
δουλεύω για να λύσω, εξετάζω προσεκτικά
to carefully examine a problem or situation in order to reach a solution
Transitive: to work through a problem or situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
through
βασικό ρήμα
work
ενεστώτας
work through
γ΄ ενικό πρόσωπο
works through
ενεστώτα μετοχή
working through
απλός αόριστος
worked through
παθητική μετοχή
worked through
Παραδείγματα
He saw a psychologist to help him work through his depression.
Είδε έναν ψυχολόγο για να τον βοηθήσει να αντιμετωπίσει την κατάθλιψή του.



























