Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to work on
[phrase form: work]
01
δουλεύω πάνω, επικεντρώνομαι σε
to focus one's effort, time, or attention on something in order to achieve a particular goal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
work
ενεστώτας
work on
γ΄ ενικό πρόσωπο
works on
ενεστώτα μετοχή
working on
απλός αόριστος
worked on
παθητική μετοχή
worked on
Παραδείγματα
She is working on improving her language skills by practicing every day.
Δουλεύει πάνω στη βελτίωση των γλωσσικών της δεξιοτήτων με την εξάσκηση κάθε μέρα.
02
δουλεύω πάνω, προσπαθώ να πείσω
to attempt to persuade someone to do or agree to something
Παραδείγματα
He 's been working on his supervisor to get approval for the extended deadline.
Έχει εργαστεί πάνω στον επόπτη του για να πάρει την έγκριση για την παρατεταμένη προθεσμία.
03
δουλεύω, διαμορφώνω
to give a material a particular shape
Παραδείγματα
The sculptor meticulously worked on the granite, chiseling away to bring out the detailed features of the statue.
Ο γλύπτης εργάστηκε μεθοδικά στο γρανίτη, σκαλίζοντας για να αναδείξει τις λεπτομερείς λεπτομέρειες του αγάλματος.



























