to work on
work
wɜ:k
vēk
on
ɒn
on

Ορισμός και σημασία του "work on"στα αγγλικά

to work on
01

δουλεύω πάνω, επικεντρώνομαι σε

to focus one's effort, time, or attention on something in order to achieve a particular goal 
to work on definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
work
ενεστώτας
work on
γ΄ ενικό πρόσωπο
works on
ενεστώτα μετοχή
working on
απλός αόριστος
worked on
παθητική μετοχή
worked on
Παραδείγματα
She's working on a solution to address the recurring issues in the system. 

Δουλεύει πάνω σε μια λύση για την αντιμετώπιση των επαναλαμβανόμενων ζητημάτων στο σύστημα.

02

δουλεύω πάνω, προσπαθώ να πείσω

to attempt to persuade someone to do or agree to something 
Παραδείγματα
We need to work on the client to secure their approval for the contract. 

Πρέπει να δουλέψουμε πάνω στον πελάτη για να εξασφαλίσουμε την έγκρισή του για τη σύμβαση.

03

δουλεύω, διαμορφώνω

to give a material a particular shape 
Παραδείγματα
I need to work the clay on the pottery wheel to create the vase. 

Πρέπει να δουλέψω τον πηλό στον αγγειοπλαστικό τροχό για να δημιουργήσω το βάζο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store