to work at
Pronunciation
/wˈɜːk æt/

Ορισμός και σημασία του "work at"στα αγγλικά

to work at
01

δουλεύω πάνω σε, προσπαθώ να βελτιώσω

to attempt to improve something
Transitive: to work at doing sth
to work at definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
at
βασικό ρήμα
work
ενεστώτας
work at
γ΄ ενικό πρόσωπο
works at
ενεστώτα μετοχή
working at
απλός αόριστος
worked at
παθητική μετοχή
worked at
Παραδείγματα
Let's work at enhancing the quality of our products through customer feedback.
Ας δουλέψουμε για τη βελτίωση της ποιότητας των προϊόντων μας μέσω των σχολίων των πελατών.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store