Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to work at
01
δουλεύω πάνω σε, προσπαθώ να βελτιώσω
to attempt to improve something
Transitive: to work at doing sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
at
βασικό ρήμα
work
ενεστώτας
work at
γ΄ ενικό πρόσωπο
works at
ενεστώτα μετοχή
working at
απλός αόριστος
worked at
παθητική μετοχή
worked at
Παραδείγματα
The coach is working at building team cohesion through regular exercises.
Ο προπονητής εργάζεται για την οικοδόμηση της συνοχής της ομάδας μέσω τακτικών ασκήσεων.



























