Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Wordsmith
01
μαέστρος των λέξεων, καλλιτέχνης της γλώσσας
someone who uses words skillfully, especially a gifted author
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
wordsmiths
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
wordsmith
word
smith



























