wordsmith
word
ˈwɜ:d
vēd
smith
smɪθ
smith

Ορισμός και σημασία του "wordsmith"στα αγγλικά

01

μαέστρος των λέξεων, καλλιτέχνης της γλώσσας

someone who uses words skillfully, especially a gifted author 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
wordsmiths

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

wordsmith

word

+

smith

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store