wording
wording
'wɜ:dɪng
vēding
working

Ορισμός και σημασία του "wording"στα αγγλικά

01

διατύπωση, εκφραστικός τρόπος

the way in which something is expressed or phrased in words 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wordings
Παραδείγματα
The wording of the contract was carefully reviewed by the lawyer. 

Η διατύπωση της σύμβασης εξετάστηκε προσεκτικά από τον δικηγόρο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store