woodworker
wood
ˈwʊd
vood
wor
wɜ:
ker

Ορισμός και σημασία του "woodworker"στα αγγλικά

01

ξυλουργός, μαραγκός

makes things out of wood 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
woodworkers

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store