wooded
woo
ˈwʊ
voo
ded
dɪd
did
hooded

Ορισμός και σημασία του "wooded"στα αγγλικά

01

δασώδης, καλυμμένος με δέντρα

covered with growing trees and bushes etc 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most wooded
συγκριτικός βαθμός
more wooded
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
landscape, vegetation, geography

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

unwooded
wooded
wood
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store