Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Woodcut
01
ξυλογραφία, ξυλοτυπία
a relief printing technique that involves carving a design into a block of wood, inking the surface, and then printing the image onto paper or another substrate
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
woodcuts
02
ξυλογραφία, αποτύπωμα από ξυλογραφία
a print made from a woodcut
Λεξικό Δέντρο
woodcut
wood
cut



























