Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Woodcarving
01
ξυλογλυπτική, ξύλινη γλυπτική
a carving created by carving wood
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
woodcarvings
Λεξικό Δέντρο
woodcarving
wood
carving



























