womb
womb
wu:m
voom

Ορισμός και σημασία του "womb"στα αγγλικά

01

μήτρα, κοιλιά

the part of the body of a woman or female mammal where the baby develops before birth 
womb definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
wombs
θηλυκό ενικό
womb
neutral form
uterus
Παραδείγματα
The fetus nestled snugly within the safety of the womb, protected and nourished by the mother's body. 

Το έμβρυο φωλιάζει άνετα μέσα στην ασφάλεια της μήτρας, προστατευμένο και τραφμένο από το σώμα της μητέρας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store