Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Womanizer
01
γυναικάς, φλερτζής
a man who is promiscuous and exploits women for sexual or romantic gain
ανεπίσημο
προσβλητικό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
womanizers
αρσενικό ενικό
womanizer
θηλυκό ενικό
man-eater
neutral form
philanderer
Παραδείγματα
That womanizer left three broken hearts behind him.
Αυτός ο γυναικάς άφησε τρία σπασμένα καρδιά πίσω του.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
womanizer
womanize
woman



























