Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
blue-violet
01
μπλε-βιολετί, βιολετί με μπλε απόχρωση
of a color that is bluish-purple or a purple hue with a relatively high proportion of blue in it
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most blue-violet
συγκριτικός βαθμός
more blue-violet
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The school supplies were in a soft blue-violet shade.
Τα σχολικά είδη ήταν σε μια απαλή απόχρωση μπλε-βιολετί.



























