withering
wi
ˈwɪ
vi
the
ðə
dhē
ring
rɪng
ring
ditheringslithering

Ορισμός και σημασία του "withering"στα αγγλικά

01

καταστροφικός, ολοκληρωτικός

wreaking or capable of wreaking complete destruction 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most withering
συγκριτικός βαθμός
more withering
διαβαθμίσιμο
02

καταστροφικός, δριμύς

having a harshly critical or devastating effect, often intended to belittle or disapprove 
Παραδείγματα
The critic's withering review left the author feeling discouraged. 

Η καταστροφική κριτική του κριτική άφησε τον συγγραφέα αποθαρρυμένο.

01

μαρασμός, εξασθένηση

any weakening or degeneration (especially through lack of use) 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store