blue-collar
blue
blu:
bloo
co
ko
llar

Ορισμός και σημασία του "blue-collar"στα αγγλικά

blue-collar
01

εργατικός, χειρωνακτικός

relating to jobs or workers who engage in manual labor or skilled trades 
blue-collar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Many blue-collar workers are employed in factories, construction sites, or warehouses, where they use their hands and tools to complete tasks. 

Πολλοί εργάτες χειρωνακτικών επαγγελμάτων απασχολούνται σε εργοστάσια, εργοτάξια ή αποθήκες, όπου χρησιμοποιούν τα χέρια και τα εργαλεία τους για να ολοκληρώσουν εργασίες.

02

εργατικός, χειρωνακτικός

of those who work for wages especially manual or industrial laborers 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store