Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
blue-collar
01
εργατικός, χειρωνακτικός
relating to jobs or workers who engage in manual labor or skilled trades
Παραδείγματα
Blue-collar workers are known for their hands-on approach to problem-solving and their ability to work effectively with tools and machinery.
Οι εργάτες είναι γνωστοί για την πρακτική τους προσέγγιση στην επίλυση προβλημάτων και την ικανότητά τους να εργάζονται αποτελεσματικά με εργαλεία και μηχανήματα.
02
εργατικός, χειρωνακτικός
of those who work for wages especially manual or industrial laborers



























