wiry
wi
ˈwɪ
ουι
ry
ri
ρι
British pronunciation
/wˈa‍ɪ‍əɹi/

Ορισμός και σημασία του "wiry"στα αγγλικά

01

νευρώδης, μυώδης και λεπτός

having a lean and strong body
ApprovingApproving
example
Παραδείγματα
His wiry muscles rippled beneath his skin as he effortlessly climbed the steep rock face.
Οι νευρώδεις μύες του κύματιζαν κάτω από το δέρμα του καθώς ανέβαινε αβίαστα την απότομη βραχώδη πλαγιά.
02

συρματώδης, που μοιάζει με σύρμα

resembling or having the characteristics of wire
example
Παραδείγματα
The wiry cable provided a secure connection between the two devices, ensuring seamless communication.
Το συρμάτινο καλώδιο παρείχε μια ασφαλή σύνδεση μεταξύ των δύο συσκευών, διασφαλίζοντας απρόσκοπτη επικοινωνία.
03

άκαμπτος, σγουρός

(of hair) not flexible and stiff like a wire
example
Παραδείγματα
The elderly woman 's wiry gray hair framed her face in wispy tufts, adding to her eccentric charm.
Τα σκληρά γκρι μαλλιά της ηλικιωμένης γυναίκας πλαισίωναν το πρόσωπό της σε αέρινα τσαμπιά, προσθέτοντας στην εκκεντρική της γοητεία.
04

μεταλλικός, κοφτερός

having a thin, sharp, and metallic quality, often suggesting the vibration of wire
example
Παραδείγματα
The wiry sound of the violin pierced the quiet atmosphere.
Ο μεταλλικός ήχος του βιολιού διέτμησε την ήρεμη ατμόσφαιρα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

stars

app store