Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
wired
01
καλωδιωμένο, εξοπλισμένο με καλώδια
equipped with cables, particularly for electricity or communication purposes
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The wired headphones were connected to the music player.
Τα καλωδιακά ακουστικά ήταν συνδεδεμένα στο μουσικό player.
02
δεμένο με σύρμα, συνδεδεμένο με καλώδιο
tied or bound with wire
03
νευρικός, ανήσυχος
feeling nervous, excited, or unable to relax
ανεπίσημο
Παραδείγματα
I feel wired and can't sleep.
Αισθάνομαι νευρικός και δεν μπορώ να κοιμηθώ.



























