wired
Pronunciation
/ˈwaɪɝd/, /ˈwaɪɹd/

Ορισμός και σημασία του "wired"στα αγγλικά

01

καλωδιωμένο, εξοπλισμένο με καλώδια

equipped with cables, particularly for electricity or communication purposes
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The wired microphone amplified the speaker's voice for the audience.
Το καλωδιακό μικρόφωνο ενίσχυσε τη φωνή του ομιλητή για το κοινό.
02

δεμένο με σύρμα, συνδεδεμένο με καλώδιο

tied or bound with wire
03

νευρικός, ανήσυχος

feeling nervous, excited, or unable to relax
informal
Παραδείγματα
The constant pressure left him mentally wired and unable to unwind.
Η συνεχής πίεση τον άφησε ψυχικά ανήσυχο και ανίκανο να χαλαρώσει.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store