wire cutter
wire
ˈwaɪə
vaie
cu
ka
tter

Ορισμός και σημασία του "wire cutter"στα αγγλικά

01

κοπτήρας καλωδίων, εργαλείο κοπής συρμάτων

a hand tool specifically designed for cutting wires and cables 
wire cutter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
wire cutters
Παραδείγματα
He used a wire cutter to trim the excess electrical wire after completing the installation. 

Χρησιμοποίησε ένα κόφτη σύρματος για να κόψει το πλεονάζον ηλεκτρικό καλώδιο μετά την ολοκλήρωση της εγκατάστασης.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store