Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
wiped-out
01
ολοσχερώς καταστραμμένος, εξολοθρευμένος
completely destroyed or eliminated
Παραδείγματα
The wiped-out population struggled to recover after the epidemic.
Ο καταστραφείς πληθυσμός αγωνίστηκε να ανακάμψει μετά την επιδημία.
02
καταστραμμένος, χρεωκοπημένος
destroyed financially
03
εξαντλημένος, ξεκομμένος
extremely tired or exhausted, often from physical activity or stress
Παραδείγματα
He looked wiped out after dealing with all those back-to-back meetings.



























