Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to wipe up
01
σκουπίζω, καθαρίζω
to clean a surface by using a cloth or mop to remove liquid or any sort of substance spills
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
wipe
ενεστώτας
wipe up
γ΄ ενικό πρόσωπο
wipes up
ενεστώτα μετοχή
wiping up
απλός αόριστος
wiped up
παθητική μετοχή
wiped up
Παραδείγματα
The homeowner wiped the muddy paw prints up from the living room carpet.
Ο ιδιοκτήτης σκούπισε τα λασπωμένα αποτυπώματα από το χαλί του καθιστικού.
02
σκουπίζω, στεγνώνω
to use a cloth or towel to dry kitchenware after they have been washed
Παραδείγματα
The barista wiped the espresso machine up to keep it clean.
Ο μπαρίστα σκούπισε το μηχάνημα εσπρέσο για να το κρατήσει καθαρό.
03
καταστρέφω, συντρίβω
to decisively and thoroughly overcome an opponent
Παραδείγματα
The boxer wiped his opponent up with a series of powerful punches.
Ο πυγμάχος καθάρισε τον αντίπαλό του με μια σειρά από ισχυρές γροθιές.



























