to wipe up
Pronunciation
/wˈaɪp ˈʌp/

Ορισμός και σημασία του "wipe up"στα αγγλικά

to wipe up
[phrase form: wipe]
01

σκουπίζω, καθαρίζω

to clean a surface by using a cloth or mop to remove liquid or any sort of substance spills
to wipe up definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
wipe
ενεστώτας
wipe up
γ΄ ενικό πρόσωπο
wipes up
ενεστώτα μετοχή
wiping up
απλός αόριστος
wiped up
παθητική μετοχή
wiped up
Παραδείγματα
Wiping up liquid spills in the kitchen is a routine chore.
Το σκούπισμα των χυμένων υγρών στην κουζίνα είναι μια ρουτίνα εργασία.
02

σκουπίζω, στεγνώνω

to use a cloth or towel to dry kitchenware after they have been washed
Παραδείγματα
The restaurant staff routinely wipes up the glassware and cutlery after each meal.
Το προσωπικό του εστιατορίου σκουπίζει τακτικά τα γυάλινα σκεύη και τα μαχαιροπήρουνα μετά από κάθε γεύμα.
03

καταστρέφω, συντρίβω

to decisively and thoroughly overcome an opponent
Παραδείγματα
The soccer team wiped the opposing team up, scoring goal after goal.
Η ομάδα ποδοσφαίρου καθάρισε την αντίπαλη ομάδα, σκοράροντας γκολ το ένα μετά το άλλο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store