to wipe off
Pronunciation
/wˈaɪp ˈɔf/

Ορισμός και σημασία του "wipe off"στα αγγλικά

to wipe off
01

σκουπίζω, αφαιρώ

to remove something by rubbing a surface with a cloth or hand
to wipe off definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
wipe
ενεστώτας
wipe off
γ΄ ενικό πρόσωπο
wipes off
ενεστώτα μετοχή
wiping off
απλός αόριστος
wiped off
παθητική μετοχή
wiped off
Παραδείγματα
The kids wiped off the chalkboard after the lesson ended.
Τα παιδιά σκούπισαν τον πίνακα μετά το τέλος του μαθήματος.
02

σκουπίζω, διαγράφω

remove by or as if by rubbing or erasing
to wipe off definition and meaning
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store