Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to wipe off
01
σκουπίζω, αφαιρώ
to remove something by rubbing a surface with a cloth or hand
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
wipe
ενεστώτας
wipe off
γ΄ ενικό πρόσωπο
wipes off
ενεστώτα μετοχή
wiping off
απλός αόριστος
wiped off
παθητική μετοχή
wiped off
Παραδείγματα
The kids wiped off the chalkboard after the lesson ended.
Τα παιδιά σκούπισαν τον πίνακα μετά το τέλος του μαθήματος.
02
σκουπίζω, διαγράφω
remove by or as if by rubbing or erasing



























