to wipe away
wipe
ˈwaɪp
vaip
a
ə
ē
way
weɪ
vei

Ορισμός και σημασία του "wipe away"στα αγγλικά

to wipe away
01

σκουπίζω, αφαιρώ

to get rid of a mark or substance by using a cloth or hand 
to wipe away definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
away
βασικό ρήμα
wipe
ενεστώτας
wipe away
γ΄ ενικό πρόσωπο
wipes away
ενεστώτα μετοχή
wiping away
απλός αόριστος
wiped away
παθητική μετοχή
wiped away
Παραδείγματα
The tissue wiped away the makeup effortlessly, leaving a clean face. 

Το χαρτί σκούπισε το μακιγιάζ χωρίς κόπο, αφήνοντας ένα καθαρό πρόσωπο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store