Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to wipe away
01
σκουπίζω, αφαιρώ
to get rid of a mark or substance by using a cloth or hand
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
away
βασικό ρήμα
wipe
ενεστώτας
wipe away
γ΄ ενικό πρόσωπο
wipes away
ενεστώτα μετοχή
wiping away
απλός αόριστος
wiped away
παθητική μετοχή
wiped away
Παραδείγματα
The tissue wiped away the makeup effortlessly, leaving a clean face.
Το χαρτί σκούπισε το μακιγιάζ χωρίς κόπο, αφήνοντας ένα καθαρό πρόσωπο.



























