Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
winsome
01
γοητευτικός, χαριτωμένος
charming, sweet, or appealing in an innocent way
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most winsome
συγκριτικός βαθμός
more winsome
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
personality, appearance, behavior
Παραδείγματα
The toddler's winsome smile captured the hearts of everyone in the room.
Το γοητευτικό χαμόγελο του νηπίου κέρδισε τις καρδιές όλων στο δωμάτιο.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
winsomely
winsomeness
winsome



























