winged
winged
wɪngd
ουινγκντ
/wˈɪŋd/

Ορισμός και σημασία του "winged"στα αγγλικά

01

φτερωτός, με φτερά

possessing or having wings, typically associated with the ability to fly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most winged
συγκριτικός βαθμός
more winged
διαβαθμίσιμο
02

φτερωτός, γρήγορος σαν τον άνεμο

very fast; as if with wings
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store