winemaker
wine
ˈwaɪn
vain
ma
meɪ
mei
ker
wigmaker

Ορισμός και σημασία του "winemaker"στα αγγλικά

01

οινοποιός, αμπελουργός

a person who produces wine from grapes 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
winemakers
Παραδείγματα
The winemaker explained how different grapes affect the taste. 

Ο οινοποιός εξήγησε πώς οι διαφορετικές σταφύλες επηρεάζουν τη γεύση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

winemaker

wine

+

maker

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store