Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Windowsill
01
παρωπίδα, περβάζι παραθύρου
an outdoor or indoor shelf that is located under a window
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
windowsills
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
windowsill
window
sill



























