Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Blowball
01
πικραλίδα, αγριοράδικο
any of several herbs of the genus Taraxacum having long tap roots and deeply notched leaves and bright yellow flowers followed by fluffy seed balls
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
plant
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
blowballs



























