blowup
blowup
bləʊʌp
blewap

Ορισμός και σημασία του "blow-up"στα αγγλικά

01

έκρηξη, πυροδότηση

a violent release of energy caused by a chemical or nuclear reaction 
blow-up definition and meaning
02

μεγέθυνση, μεγεθυμένη εκτύπωση

a photographic print that has been enlarged 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
blow-ups
03

έκρηξη θυμού, κρίση οργής

a sudden and uncontrolled display of strong emotion, often anger 
Παραδείγματα
He had a blow-up when he saw the damaged car. 

Είχε μια έκρηξη θυμού όταν είδε το κατεστραμμένο αυτοκίνητο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store