wimble
Pronunciation
/wˈɪmbəl/

Ορισμός και σημασία του "wimble"στα αγγλικά

01

ένα χειροκίνητο τρυπάνι, ένα μηχανικό τρυπάνι

an archaic term for a hand drill or brace, which is a tool used for drilling holes manually
wimble definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wimbles
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store