Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to blow-dry
01
στεγνώνω και φτιάχνω, κάνω μπράουζινγκ
to blow and dry hair and style it in a particular fashion using a dryer
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
blow-dry
γ΄ ενικό πρόσωπο
blow-dries
ενεστώτα μετοχή
blow-drying
απλός αόριστος
blow-dried
παθητική μετοχή
blow-dried
Blow-dry
01
στεγνώση με πιστολάκι, στυλάρισμα με στεγνωτήρα
the treatment in which someone's hair is blown dry and styled with a dryer
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
blow-dries



























