wildlife
wild
ˈwaɪld
ουαιλντ
life
ˌlaɪf
λαιφ
/ˈwaɪldˌlaɪf/

Ορισμός και σημασία του "wildlife"στα αγγλικά

01

άγρια ζωή, πανίδα

all wild animals, considered as a whole, living in the natural environment
wildlife definition and meaning
Παραδείγματα
The government has enacted laws to protect local wildlife.
Η κυβέρνηση έχει θεσπίσει νόμους για την προστασία της τοπικής άγριας ζωής.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store