wild cherry
Pronunciation
/wˈaɪld tʃˈɛɹi/

Ορισμός και σημασία του "wild cherry"στα αγγλικά

01

άγρια κεράσι, βυσσινιά

a small, tart fruit that grows on wild cherry trees and is often used in culinary preparations
wild cherry definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wild cherries
Παραδείγματα
The scent of wild cherry blossoms filled the air, signaling the arrival of spring.
Η μυρωδιά των λουλουδιών της άγριας κερασιάς γέμισε τον αέρα, σηματοδοτώντας την άφιξη της άνοιξης.
02

άγρια κερασιά, αγριοκερασιά

an uncultivated cherry tree
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store