wholemeal
Pronunciation
/hˈoʊlmiəl/

Ορισμός και σημασία του "wholemeal"στα αγγλικά

01

ολικής άλεσης, ολικής σιταλεύσεως

(of bread or flour) containing whole grains of wheat and also the husk
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
They enjoyed a satisfying wholemeal pizza, with a thin and crispy crust made from wholemeal flour.
Απόλαυσαν μια ικανοποιητική πίτσα ολικής άλεσης, με μια λεπτή και τραγανή κρούστα από αλεύρι ολικής άλεσης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store