Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Whiz-kid
01
θαυματοπαίδι, μικρή ιδιοφυΐα
someone who is remarkably smart or achieves great success at an early age
Dialect
American
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
whiz-kids
LanGeek



























