whitewater
white
ˈwaɪt
vait
wa
wɔ:
vaw
ter

Ορισμός και σημασία του "whitewater"στα αγγλικά

01

λευκό νερό, αφρώδες νερό

frothy water as in rapids or waterfalls 
whitewater definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
whitewaters
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store