Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
white-haired
01
ασπρομάλλης, με άσπρα μαλλιά
showing characteristics of age, especially having grey or white hair
02
αγαπημένος, προτιμώμενος
favorite
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most white-haired
συγκριτικός βαθμός
more white-haired
διαβαθμίσιμο



























