Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Whirlpool
01
τζακούζι, μπάνιο με μασάζ
a special kind of bath or spa with jets that create swirling water currents for a relaxing and massaging experience
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
whirlpools
02
δίνη, στρόβιλος
a strong, spinning current of water
Παραδείγματα
The river 's whirlpool created a swirling vortex.
Ο δίνας του ποταμού δημιούργησε ένα στροβιλιζόμενο δίνη.
to whirlpool
01
στροβιλίζομαι, περιστρέφομαι
flow in a circular current, of liquids
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
whirlpool
γ΄ ενικό πρόσωπο
whirlpools
ενεστώτα μετοχή
whirlpooling
απλός αόριστος
whirlpooled
παθητική μετοχή
whirlpooled



























