whippet
whi
ˈwɪ
ουι
ppet
pɪt
πιτ
/wˈɪpɪt/

Ορισμός και σημασία του "Whippet"στα αγγλικά

01

Whippet, Μικρό και λεπτό σκυλί

a small and slender dog that is related to greyhound and was bred in England for racing
Whippet definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
whippets
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store