to whip up
whip
wɪp
vip
up
ʌp
ap

Ορισμός και σημασία του "whip up"στα αγγλικά

to whip up
01

ετοιμάζω γρήγορα, αυτοσχεδιάζω

to make food very quickly 
Transitive: to whip up food or a meal
to whip up definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
whip
ενεστώτας
whip up
γ΄ ενικό πρόσωπο
whips up
ενεστώτα μετοχή
whipping up
απλός αόριστος
whipped up
παθητική μετοχή
whipped up
Παραδείγματα
She whipped a batch of cookies up for the bake sale. 

Προετοίμασε γρήγορα μια παρτίδα μπισκότων για την πώληση ψησίματος.

02

υποδαυλίζω, εξάπτω

to make someone feel strongly about something 
Transitive: to whip up an emotion
to whip up definition and meaning
Παραδείγματα
The artist's performance whipped up a wave of emotion in the audience. 

Η παράσταση του καλλιτέχνη προκάλεσε ένα κύμα συναισθημάτων στο κοινό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store