whim
whim
wɪm
vim
limntrimquimskim

Ορισμός και σημασία του "whim"στα αγγλικά

01

ιδιοτροπία, ώθηση

a sudden and impulsive decision or desire that someone has without much thought or reason behind it 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
whims
Παραδείγματα
On a whim, she decided to drive to the beach instead of going to work. 

Από καπρίτσιο, αποφάσισε να οδηγήσει μέχρι την παραλία αντί να πάει στη δουλειά.

02

ιδιοτροπία, φαντασία

an imaginative and unusual idea, typically changing unpredictably 
Παραδείγματα
The writer's whim led him to create a character who speaks entirely in rhyming couplets. 

Το καπρίτσιο του συγγραφέα τον οδήγησε να δημιουργήσει έναν χαρακτήρα που μιλάει εξ ολοκλήρου σε ομοιοκατάληκτους δίστιχους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store