wheelchair
wheel
ˈwi:l
ουηλ
chair
ˌʧɛr
τσερ
/wˈiːlt‍ʃe‍ə/

Ορισμός και σημασία του "wheelchair"στα αγγλικά

01

αναπηρική καρέκλα, καρέκλα με ρόδες

a chair with wheels that is designed particularly for the use of disabled persons
wheelchair definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wheelchairs
Παραδείγματα
His wheelchair got stuck on the uneven pavement.
Η αναπηρική καρέκλα του κόλλησε στο άνισο πεζοδρόμιο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store