Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Wharf rat
01
αρουραίος προβλήτων, καφέ αρουραίος προβλήτων
brown rat that infests wharves
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wharf rats
02
αρουραίος προβλήτα, κλέφτης προβλήτων
someone who lives near wharves and lives by pilfering from ships or warehouses



























