Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Wet blanket
01
χαλάστρα της διάθεσης, κακόκεφος
someone who does or says things that prevent others from having a good time
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wet blankets
Παραδείγματα
Don't be a wet blanket; join the party and have fun!
Μην είσαι χαλάστρα της διάθεσης· έλα στο πάρτι και διασκέδασε!



























